Κατά την Τουρκοκρατία

Ο πρώτος από τους «Χαϊδεμένους», που ζούσε στην εποχή της Τουρκοκρατίας, είχε πολλά πρόβατα και επλήρωνε σαν χαράτσι στον Τούρκο πασά της περιοχής που τον έλεγαν Παλιομπούρσα, κάθε χρόνο ορισμένα πρόβατα. Κάποτε λοιπόν ο Χαϊδεμένος χώρισε από το κοπάδι κάμποσα αρνιά-μανάρια, και είπε στα παιδιά που βοσκούσαν τα πρόβατα, να πουν στον πασά να μην πάρει από τα μανάρια που ξεχώρισε. Σε περίπτωση όμως που θα πάρει, να τον ρωτήσουν πότε θα ξανάρθει. Ήρθε λοιπόν ο πασάς και χωρίς να ακούσει τους βοσκούς, πήρε από τα μανάρια. Την άλλη φορά, και πριν ακόμα πλησιάσει ο πασάς στο κοπάδι ο Χαϊδεμένος παραφύλαξε κάπου και με το καριοφίλι του τον σκότωσε, και από τότε το μέρος εκείνο που σκοτώθηκε ο πασάς ονομάστηκε «Παλιομπούρσα». Όταν όμως οι Τούρκοι στρατιώτες του πασά έμαθαν το συμβάν ξεκίνησαν για να κάψουν το χωριό αλλά μια γριά από τους Μπαρλαίους που τους είδε από μακριά να έρχονται, άρχισε και χόρευε Και τραγουδούσε το παρακάτω συνθηματικό τραγούδι: 

Κοπέλες και νυφάδες παρήτε τα μουλάρια
και βγάτε στα Καμάρια (μια τοποθεσία έξω απ' το χωριό) 

Οι Τούρκοι κατάλαβαν το σύνθημα της και φτάνοντας την έκαψαν ζωντανή μέσα στην πλατεία του χωριού. 

Μετά την απελευθέρωση, οι Τούρκοι φεύγοντας άφησαν συμφωνητικά <<ταπιά>> και κληροδοτούσαν την περιφέρεια του χωριού <<τσιφλίκι>> σε πολλούς και το μεγαλυτερο μέρος σε κάποιον Χατζόπουλο από το Καρπενήσι. Τελικά το 1920 το <<τσιφλίκι>> αυτό περιήλθε στην κυριότητα των κατοίκων κατόπιν αγοράς και σήμερα αποτελεί κτήμα τους.