Μνημεία του λόγου

Άσματα

Σε κάθε γλέντι και κάθε χαρά και γενικά σε κάθε γιορταστική ημέρα τραγουδούσαν ορισμένα τραγούδια πάντοτε με το στόμα και κάποτε με την συνοδεία οργάνων. Μερικά από αυτά είναι όπως τα παρακάτω: 

Σαν άλλου δεν εζούλεψα δω στουν απάνου κόσμου σαν τ' αλουγου του γλήγουρου και του γουργό ζουβγάρι. Ν' ανοίξου το χειλάκι μου να ειπώ ‘να τραγουδάκι να νουστημήνη κι ού χουρός να μπούν ού κόσμους ούλους ... προυστά χουρεύουν οι όμουρφες κι πίσου οι μαυρομάτες κι ου Βασιλιάς ηξέβγαινη στου άλουγου καβάλα
του φάρου του κουντουκρατεί κι του χορό αγναντεύει
να μη 'χει γένου βασιλιάς να μη 'χει γένου Ρήγας
να πιάνουμαν να χόρευα από Σερβοπούλας χέρι. 

Άσπρα μου πουλιά μωρέ ν’ άσπρα μου πουλιά μαύρα μου χελιδόνια μην τον είδατε 

Γέρο - Λύγκομ’ μην τον είδατε. Μωρέ μην τον είδατε τον απαντήσατε τον Λύγκο τον λεβέντη τον αρχιληστή Γέρο - Λύγκο μ' τον αρχιληστή. 

Εψές τον είδαμε τον απαντήσαμε σε μια βλαχοκαλύβα που τρώει και πινε Γέρο - Λυγκο μ’ που τρώει και πινε. 

που τρωε και πινε μωρέ που τρωε και πινε αρνιά και γουρνοπούλες και γλυκό κρασί. Γέρο - Λυγκο μ' και γλυκό κρασί. 

Και τον κέρναγαν πεντ' έξι βλαχοπούλες
κι η μικρότερη η ομορφότερη
κρυφά τον κουβεντιάζει δεν παντρεύεσαι, δεν προξενεύεσαι δεν παίρνεις βλαχοπούλα σαν και μένα νε
Γέρο - Λύγκο μ' σαν και μένα νε. 

Μωρέ δεν παντρεύομαι δεν προξενεύομαι δεν παίρνω βλαχοπούλα σαν και σένα νε μωρέ σαν και σένα νε.
Έχω ένταλμα κατασχετήριο απ' το βασιλιά μωρέ απ' τον Βασιλιά. 

Βγήκα ψηλά στον Όλυμπο Θανάση Θανάση κι αγνάντεψα τρογύρου μωρέ Βλάχο-Θανάση τρογύρου γύρου θάλασσα Θανάση Θανάση ωχ κι από στεργιά Αρβανίτες μωρέ Βλάχο-Θανάση μπροστά να πάγου σκιάζομαι πίσω να μείνου φοβάμαι Σαν πίσου - πίσου γύρισα κατά παλιά λιμέρια
κι εκεί ήταν μνήματα πουλλά δασά αράδα αράδα και ‘να μνήμα ήταν ξεχωριστά μακρύρα από τα'άλλα δεν το είδα κι του πάτησα απάνου στου κιφάλι 

Ακούω το μνήμα κι βουγκάη, βαρειά αναστενάζει. Αν είσαι Τούρκος πάταμε, Ρουμιός καταλιωσέ με αν είσαι από το αίμα μου σκύψε να φιληθούμε. 

Χελιδονάκι θα γενώ στην Αραπιά να πάω
να πάρω έναν αραπηννά στέκω ορθή να τον κερνάω να τραγουδάω να πίνη και να βαρώ τον τάμπουρα και 'κείνος να χορεύη κ.λ.π. 

Ήλιο τον ήλιο αγνάντευα πως πάει να βασιλέψη κι η χάρη πουχει τον καϋμό τα πέλαγα αγναντεύει καράβια που μόλις έραξαν, βαρκούλες π'αρμενίζουν Μην είδατε τον άντρα μου τον πόνο της καρδιάς μου Μπορεί και να τον είδαμε, μα ποιος τόνε γνωρίζη; Ήταν ψηλός, ήταν λιγνός, ήταν καγκελοφρύδης, είχε ελιά στο μάγουλο, ελιά στην αμασχάλη. 

Μια γαλαζουφουρημένη μουχη την καρδιά καμμένη, δεν μπουρού να τη γελάσου του χειράκι της να πιάσου κι μ’ ουρμήνεψε μια θειά της, μια πρωτοξαδερφιά της Στου χουρό που θα χουρεύη πιάστηνε από το χέρι πιάστηνε από του χέρι κι αν την δης και πάρη πέτρα άσε το χορό και φεύγα, κι αν την δης και κοκκινίση πάλι εσένα θ' αγαπηση, κι αν την δης και πάρη χώμα έχε την ελπίδα ακόμα.
Το χορό δεν τον αφηνου μα τον Άγιου - Κωνσταντίνου, Μα τον Άγιου - Άηγιάννη, ο χουρός πάγει γαϊτάνι, Μα τον Άγιου τον Αντρέα πάγει πλατέα,
Μα τον Άγιου τον Αλέξη, ο χορός ώσπου να φέξη, Μα τον Άγιου τον Θανάση, ο χουρός δε θα χαλάση. 

Σήμερα μωρέ σημερα σήμερα Χριστός ανέστη. Σήμερα Χριστός ανέστη κι αύριο αληθώς ανέστη. 

Σημερα μωρέ σήμερα σήμερα τα παλληκάρια. Σήμερα τα παλληκάρια στέκουνε σαν τα λιοντάρια. 

Σήμερα μωρέ σήμερα σήμερα και οι παπάδες. Σήμερα και οι παπάδες στέκονται σαν δεσποτάδες. 

Στου παπά την πορτοπούλα κάθεται η παπαδοπούλα. Νάχα εγώ τι παπαδοπούλα κι ο παπάς την πορτοπούλα. 

Στου παπά τα μπαλκονάκια κάθονταν δυό μαύρα μάτια.
Νάχα εγώ τα μαύρα μάτια
κι ο παπάς τα μπαλκονάκια. 

Στου παπά τα παραθύρια κάθονται δυο μαύρα φρύδια. Νάχα εγώ τα μαύρα φρύδια κι ο παπάς τα παραθύρια. 

Στου παπά την κρεβατίνα Κρέμεται μια προβατίνα. Νάχα εγώ την προβατίνα Κι ο παπάς την κρεβατίνα. Πως τρέμει το καρόφυλλο Ψηλά στην καροπούλα. τρέμει και η καρδούλα μου για την παπαδοπούλα. 

Πως τρέμει του λαγού η καρδιά Και τ'αλαφιού το νύχι, τρέμεί και η καρδούλα μου για του παπά την νύφη.